Παραβατικότητα και Δυτική Αττική:
Αποσαφηνίσεις και ερωτήματα (1ο μέρος)
Τον τελευταίο καιρό έχουν πυκνώσει πάλι τα δημοσιεύματα του τοπικού και πανελλαδικού τύπου για την έξαρση της εγκληματικότητας, την ύπαρξη γκέτο εγκληματικών στοιχείων και ομάδων, καθώς και τις δυσκολίες των δημόσιων αρχών να ελέγξουν και να περιορίσουν τα προαναφερόμενα φαινόμενα. Ιδιαίτερος λόγος γίνεται πάλι για τη Δυτική Αττική και δήμους όπως το Ζεφύρι και το Μενίδι (Αχαρνές). Συχνά μάλιστα οι αναφορές αυτές εστιάζουν στην παραβατική συμπεριφορά των Ρομά και άλλων κοινωνικών ομάδων (πχ. ομογενείς από πρώην ΕΣΣΔ).
Όπως έχουμε τονίσεις και σε προγενέστερα άρθρα μας ( Θριάσιο, αρ. φύλλου 875, 8/8/2007,σελ.6), η συζήτηση για την παραβατικότητα χαρακτηρίζεται από ασαφείς και μη τεκμηριωμένες αναφορές σε στοιχεία, στερεότυπα, θολές συσχετίσεις μορφών παραβατικότητας με περιοχές και κοινωνικές ομάδες, έλλειψη συστηματικής διάκρισης των μορφών παραβατικότητας κ.ά. Στο παρόν άρθρο επιδιώκουμε να αποσαφηνίσουμε κάποιες από αυτές τις θολές συσχετίσεις και να αναδείξουμε ερωτήματα για τη διαμόρφωση μιας δημιουργικής πολιτικής.
Πρώτον, η αναφορά σε «αύξηση ή ακόμα και έξαρση της εγκληματικότητας» δεν σημαίνει πρακτικά τίποτα παραπάνω από τη διατύπωση μιας «αίσθησης περί παραβατικότητας». Η «αύξηση ή έξαρση» πρέπει να τεκμηριωθεί, δηλαδή να αποδοθεί με συγκεκριμένους δείκτες που θα βοηθήσουν στην κατανόηση των ποσοτικών και ποιοτικών διαστάσεων του φαινομένου. Για παράδειγμα, ο δείκτης «συλλήψεις για εμπορία ναρκωτικών» ανά 1000 κατοίκους τα έτη 2007-2008 θα μπορούσε να είναι χρήσιμος για τη διακρίβωση φαινομένων «αύξησης ή έξαρσης» αλλά και σύγκρισης με άλλες περιοχές. Τέτοια στοιχεία όμως δεν υπάρχουν (;) ή δεν διατίθενται από τις αρμόδιες αρχές. Τα Τοπικά Συμβούλια Πρόληψης της Παραβατικότητας θα μπορούσαν να συλλέγουν τα σχετικά στοιχεία από τα κατά τόπους Αστυνομικά Τμήματα και Τμήματα Ασφαλείας έτσι ώστε να καταρτίζουν μια ετήσια έκθεση που θα παρακολουθεί την εξέλιξη των φαινομένων και θα βοηθά τα Δημοτικά Συμβούλια στο σχεδιασμό και την υλοποίηση κατάλληλων πολιτικών.
Δεύτερο, η αναφορά στην έξαρση της εγκληματικότητας εστιάζει σε ορισμένες πλευρές της παραβατικότητας και σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες. Η εστίαση αυτή δεν είναι ιδεολογικά και κοινωνικά ουδέτερη. Τουναντίον, αντανακλά σχέσεις δύναμης και επιρροής μεταξύ ομάδων του πληθυσμού, κοινωνικές προκαταλήψεις, μη διάθεση ενασχόλησης με συγκεκριμένες μορφές παραβατικότητας κ.ά. Για παράδειγμα, το υπαρκτό πρόβλημα της παραβατικότητας των Ρομά όσον αφορά τις τροχαίες παραβάσεις υπερτονίζεται, ενώ το εξίσου υπαρκτό και κοινωνικά επιζήμιο θέμα των πολεοδομικών, κτιριοδομικών και περιβαλλοντικών παραβάσεων «υποβαθμίζεται». Το εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα της κακοποίησης των παιδιών και της ενδοοικογενειακής βίας δεν τίθεται καν στις «αναζητήσεις δημοτικών αρχόντων και τμημάτων της κοινής γνώμης».
Τρίτον, η διάχυτη αντίληψη που καλλιεργείται από τμήμα της κοινής γνώμης περί εγκληματικών στοιχείων και ομάδων δεν ανταποκρίνεται στα συμπεράσματα της σύγχρονης εγκληματολογικής έρευνας αλλά και στην προσπάθεια μιας ολιστικής προσέγγισης των φαινομένων. Κοινωνικοί, οικονομικοί και πολιτισμικοί παράγοντες συμβάλλουν στην παραγωγή αποκλινόντων ατόμων και ομάδων και όχι κάποιες βιολογικές ή μεταφυσικές διαδικασίες. Η εμμονή επίσης στην κατασταλτική αντιμετώπιση των φαινομένων απλώς τα αναπαράγει και τα διαιωνίζει με αυξημένα κοινωνικά κόστη (πχ. συγκρούσεις, ταραχές, ανθρώπινοι πόροι) παρά τα αναχαιτίζει. Η διάχυτη βία σε όλα τα πεδία κοινωνικών δραστηριοτήτων (βία στους δρόμους, βία στο σχολείο, οικονομική βία) απλώς αντανακλά τη διάσπαση του κοινωνικού ιστού σε μια εποχή γενικευμένων αβεβαιοτήτων.
Τέταρτο, δεν λαμβάνεται υπόψη η εμπειρία προγραμμάτων για την αντιμετώπιση της παραβατικότητας τόσο σε άλλες περιοχές της χώρας μας όσο και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Προγράμματα για την εκμάθηση ειρηνικών τρόπων επίλυσης των συγκρούσεων, κοινωνικοί διαμεσολαβητές, υποστηρικτικές υπηρεσίες, προγράμματα θετικής διάκρισης κ.ά.. όχι μόνο δεν εφαρμόζονται στη Δυτική Αττική αλλά θεωρούνται μάλλον «ουτοπικά», «εξωπραγματικά», «για άλλες χώρες, όπως η Σουηδία». Τα επιχειρήματα αυτού του τύπου έχουν μεγάλη απήχηση σε μερίδα των τοπικών πληθυσμών, ωστόσο δεν συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων και στην επίτευξη ενός υψηλότερου επιπέδου ποιότητας ζωής.
Πέμπτο, οι τοπικές ηγεσίες (δήμαρχοι, δημοτικά συμβούλια) οφείλουν να επιλέξουν ρόλους. Εάν επιλέγουν απλώς να διαχειρίζονται μυωπικά τα προβλήματα παραβατικότητας, τότε καλώς επικαλούνται την ανάγκη κατασταλτικής πολιτικής (αφού έτσι δεν αναγνωρίζουν τις κοινωνικές διαστάσεις και το μερίδιο ευθύνης της τοπικής κοινότητας). Εάν επιλέγουν το ρόλο δημιουργικών μεταρρυθμιστών, τότε οφείλουν να επεξεργαστούν προγράμματα παρέμβασης, να συγκρουστούν με στερεότυπα και να υπολογίσουν το μακροπρόθεσμο όφελος για την τοπική ποιότητα ζωής. Άραγε ποιους ρόλους επιλέγουν οι τοπικές ηγεσίες στους Δήμους της Δυτικής Αττικής; Θα μπορούσε αυτό να είναι ένα πεδίο αξιολόγησής τους στις επόμενες δημοτικές εκλογές; Μπορούν οι κινήσεις πολιτών να θέσουν στην agenda ανάλογα θέματα και να αναδείξουν τους ρόλους που διαδραμάτισαν δήμαρχοι και δημοτικά συμβούλια;
Στο πεδίο προσέγγισης και αντιμετώπισης των φαινομένων παραβατικότητας, καταγράφεται κατά την άποψή μας μια ιδεολογική σύγχυση στη χώρα μας, σύγχυση που αντανακλάται και στο τοπικό επίπεδο. Δυνάμεις με δημοκρατική παράδοση και κοινωνική ιδεολογία προσχωρούν πολύ εύκολα σε προσεγγίσεις και ερμηνείες κατασταλτικού περιεχομένου, μαγεμένες από τα πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη και την ικανοποίηση μερίδας «ψηφοφόρων- πελατών». Πρόσφατη έκθεση χριστιανο-δημοκράτη ευρωβουλευτή για τη νεανική παραβατικότητα εντοπίζει αιτίες και παράγοντες στις κοινωνικές συνθήκες, τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, την περιθωριοποίηση τμημάτων πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα. Την ίδια στιγμή, οι συντηρητικές δημοτικές αρχές στη χώρα μας «αναλαμβάνουν» ρόλο διωκτών των παρανόμων και παραβατών (πχ. τσιγγάνων, όσων υπονομεύουν τη χώρα), συνεπικουρούμενες και από την ευρύτερη ιδεολογική σύγχυση της συντηρητικής παράταξης (και όχι μόνο) στη χώρα μας (πχ. αποδυνάμωση της φιλελεύθερης δικαιοκρατικής σκέψης υπέρ της επίκλησης αναγκών ασφάλειας και προστασίας).
Δεδομένων των παραπάνω, νομίζουμε ότι μια δημιουργική πολιτική προσέγγισης και εν μέρει αντιμετώπισης της παραβατικότητας είναι εφικτή σε τοπικό επίπεδο. Υπάρχουν όμως συγκεκριμένες προϋποθέσεις και συνθήκες για την υλοποίησή της. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα εξής:
α) Οι τοπικές ηγεσίες αναλαμβάνουν ρόλο δημιουργικών μεταρρυθμιστών με σκοπό την εξυπηρέτηση σκοπών ποιότητας ζωής.
β) Οι τοπικές ηγεσίες παραμερίζουν τις στερεοτυπικές και απλουστευμένες διαγνώσεις και κινητοποιούνται προς την κατεύθυνση αξιοποίησης κάθε διαθέσιμης εμπειρίας.
γ) Οι τοπικές ηγεσίες θέτουν το πλαίσιο αρχών και αξιών εντός του οποίου σχεδιάζεται και υλοποιείται η πολιτική προσέγγισης της παραβατικότητας. Ισηγορία, ισονομία, έλλειψη διακρίσεων, τεκμηρίωση κ.ά. αποτελούν το βασικό κορμό κατευθυντήριων γραμμών για την όποια ανάληψη πρωτοβουλιών.
δ) Οι τοπικές ηγεσίες αποφεύγουν να δικαιολογούν την απραξία τους με αναφορές σε έλλειψη πόρων, αναρμοδιότητα κ.ά.. Οι τοπικές αρχές μπορούν να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος μέσα από ποικιλία παρεμβάσεων (πχ. ύπαρξη διαμεσολαβητή Ρομά στις δημοτικές υπηρεσίες) αρκεί να αναλάβουν ρόλο δημιουργικού μεταρρυθμιστή.
ε) Οι τοπικές κοινωνίες αντιλαμβάνονται ότι η όποια αντιμετώπιση υποχρεούται να σεβαστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα, να στηρίζεται σε εμπειρικά ευρήματα και να υπόκειται σε εξωτερική αξιολόγηση. Η επίκληση της άποψης της πλειοψηφίας δεν αποτελεί θέσφατο ενώ η όποια πλειοψηφία περιορίζεται από την τήρηση των «κανόνων του παιχνιδιού» (πχ. συνταγματικές αρχές, ανθρώπινα δικαιώματα).
Οι τοπικές κοινωνίες και κοινότητες στη Δυτική Αττική μπορούν να συμβάλλουν προς την παραπάνω κατεύθυνση αρκεί οι τοπικές ηγεσίες να επιλέξουν ρόλο και σκοπό. Οι προβλέψεις μας δεν είναι αισιόδοξες, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη τις καθημερινές παρεμβάσεις τοπικών παραγόντων και την προβληματική που αναπτύσσουν οι Δήμοι στα Επιχειρησιακά Σχέδια που έχουν δημοσιοποιήσει. Ωστόσο, κάποιες μορφές κινημάτων και οργάνωσης πολιτών είναι έτοιμες να συμπράξουν προς μια δημιουργική κατεύθυνση, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην αποδυνάμωση της λαϊκιστικής τοπικής δημοκρατίας. Η τελευταία χρησιμοποιεί το άλλοθι της πλειοψηφίας για να δικαιολογήσει την απραξία ή πράξεις κατά παράβαση κανονιστικών και γενικών δικαιϊκών αρχών.
Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στη γλυκύτατη Βάσω (Ρομά στα πρώτα μετεφηβικά της χρόνια και μητέρα ενός αγοριού) για την αξιοθαύμαστη αξιοπρέπειά της!